Η ομιλία του Λέκτορα του Ιονίου Πανεπιστημίου Dr Olaf Immanuel Seel για το βιβλίο της Πολύμνιας Κοσσόρα «Ανοξείδωτη μνήμη»



Αξιότιμες κυρίες, αξιότιμοι κύριοι, αγαπητή κ. Κοσσόρα

απόψε δεν έχω μόνο τη χαρά να παρευρίσκομαι στην παρουσίαση του βιβλίου της κ. Πολύμνιας Κοσσόρα. Έχω και την τιμή να εκφέρω την άποψή μου για αυτό το τόσο πρωτότυπο, ενδιαφέρον και έντονα συναισθηματικό βιβλίο. Είναι τόσα τα θετικά που θα μπορούσε κανείς να πει για το «Ανοξείδωτη μνήμη». Εγώ θα ήθελα ωστόσο στον λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου να επικεντρωθώ αποκλειστικά στα γλωσσικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, με σκοπό να αναδείξω τόσο την ιδιαιτερότητα του λόγου της συγγραφέως όσο και τη λογοτεχνικότητα του ύφους του βιβλίου.

Σύμφωνα με τη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά ενός λογοτεχνικού έργου είναι η λογοτεχνικότητα της γραφής. Τι είναι όμως λογοτεχνικότητα της γραφής; Η ερώτηση αυτή από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο συζήτησης και αντιπαράθεσης απόψεων για πολλές ώρες. Εν τούτοις, σε ένα θα συμφωνούσαν όλες οι πλευρές: ότι -πέρα από την ιδιαιτερότητα της εκάστοτε οπτικής γωνίας της αφήγησης- η λογοτεχνικότητα της γραφής και, κατά συνέπεια, το πολύ ξεχωριστό λογοτεχνικό ύφος του κάθε συγγραφέα, συνίσταται πρωτίστως στις εξής δύο καθαρά ενδογλωσσικούς παραμέτρους:

1. στην ποσοτική και ποιοτική επιλογή και χρήση συγκεκριμένου λεξιλογίου και συγκεκριμένων συντακτικών δομών

και

2. στην ποσοτική και ποιοτική επιλογή και χρήση συγκεκριμένων ρητορικών σχημάτων λόγου.


Σ’ό,τι αφορά λοιπόν στο λεξιλόγιο, το βιβλίο χαρακτηρίζεται από δύο κύριους άξονες λεξηματικών επιλογών. Αφενός διέπεται λοιπόν από μια ροπή προς τη ρηματική χρήση της γλώσσας ενώ παράλληλα μπολιάζεται από μια πληθώρα επιρρημάτων. Αυτό είναι προφανές ότι προσδίδει ιδιαίτερη ζωντάνια στη γραφή της συγγραφέως, και, κατ’ επέκταση, καθιστά από μόνο του την ανάγνωση του βιβλίου ιδιαίτερα ευχάριστη.

Αφετέρου, είναι επίσης πολύ έκδηλη η παράλληλη συχνή ακολουθία επιθετικών προσδιορισμών και ουσιαστικών, συχνά εντός ελλειπτικών προτάσεων. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα θα ήθελα να παραθέσω το εξής απόσπασμα:

«Ξαφνικό ποδοβολητό και ρόδες αφηνιασμένου κάρου στο λιθόστρωτο σοκάκι».

Σε όλο το φάσμα του κειμένου είναι διάχυτη η αμεσότητα με την οποία η συγκεκριμένη χρήση της γλώσσας απεικονίζει -ως καθρέπτης του επιστητού- τη γλαφυρότητα, τη μαγεία των εικόνων. Αλλά και ως εργαλείο επίτευξης επικοινωνιακών σκοπών η χρήση του λόγου αυτού επιτυγχάνει την άμεση μεταφορά του αναγνώστη μέσα στον ρου της ιστορίας καθώς και την ώθησή του στην άμεση νοητική συμμετοχή. Εκτός από αυτό, βέβαια, καταδεικνύεται και η γλωσσική επιδεξιότητα της συγγραφέως, αλλά και η αστείρευτη φαντασία της. Θεωρώ προφανές ότι μια τόσο ζωντανή, πλαστική και γεμάτο ενέργεια γλώσσα καθηλώνει τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον σε έναν κόσμο τόσο φανταστικό όσο και πραγματικό συγχρόνως.  

Επίσης, η συγγραφέας του «Ανοξείδωτη μνήμη» μπολιάζει το κείμενό της με έναν θησαυρό από ιστορικά λήμματα, όπως λ. χ. τοπωνύμια, γεγονότα και ονόματα, λεξιλόγιο σχετικό με την καταστροφή του ΄22 και τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, που αφενός πλαισιώνουν ιστορικά το βιβλίο ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζουν την πραγματική ιστορία του έργου της, αφετέρου δίνουν σάρκα και οστά στα δρώντα πρόσωπα του μυθιστορήματος, στις μεταξύ τους σχέσεις, στα συναισθήματά τους, στον ψυχικό τους κόσμο.

Στην τόσο άμεση και απρόσκοπτη μεταφορά στο παρελθόν της μικρασιατικής καταστροφής και αμέσως μετά της Ελλάδας ως νέας πατρίδας των προσφύγων της Μικράς Ασίας συμβάλλει χωρίς άλλο και η χρήση τουρκικών λέξεων, ενίοτε και ολόκληρων στίχων τραγουδιών, που οι σημασίες τους είτε είναι κατανοητές από το περικείμενό τους είτε επεξηγούνται από μια σύντομη μετάφραση.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι τόσο το είδος του λεξιλογίου του έργου όσο και ο τρόπος χρήσης του χαρακτηρίζονται από ευστοχία και απόλυτη εναρμόνισή με το περιεχόμενο και το πνεύμα του βιβλίου, καθιστώντας, από μόνα τους, την ανάγνωση του βιβλίου, μια μεγάλη αναγνωστική απόλαυση.


Στα ίδια πλαίσια κινούνται και οι συντακτικές δομές του βιβλίου. Έχουμε να κάνουμε με ένα επιμελώς ελλειπτικά δομημένο, κυρίως παρατακτικό κείμενο, που, χωρίς καμία απολύτως συντακτική φλυαρία, αποσκοπεί πρωτίστως στο να μεταφέρει στον αναγνώστη την αποσπασματικότητα της πονεμένης ζωής των κυνηγημένων και κατατρεγμένων από τη ζωή πρωταγωνιστών.

Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη βασική συντακτική επιλογή επιτελεί και μια ολιστικότερη λειτουργικότητα: μπολιάζει το κείμενο με έναν ρυθμό, προσδίδοντάς του μια κεκτημένη ταχύτητα μυθοπλαστική πολύ ιδιαίτερη διότι αντικατοπτρίζει τη ραγδαία ταχύτητα της ροής των πραγμάτων, του ρου της ιστορίας που είναι αμείλικτος, καθώς σε παρασύρει στο διάβα του και σε προσπερνά χωρίς να σε περιμένει.


Είναι ωστόσο η πολύ εύστοχη και επιτυχημένη χρήση ρητορικών σχημάτων λόγου που ολοκληρώνει την ιδιαιτερότητα της γραφής της κας Κοσσόρα, προσδίδοντάς της μια ιδιαίτερα έντονη λογοτεχνικότητα αλλά και μια πολύ έντονη προσωπική νότα. Η ανάγνωση του «Ανοξείδωτη μνήμη» συνιστά έναν πολύχρωμο καμβά από μεταφορές, παρομοιώσεις, παρηχήσεις, εικόνες, σχήματα ασύνδετα και πολυσύνδετα που ξυπνούν αισθήσεις, λύπη και χαρά, φόβο και θάρρος, αγάπη κι ελπίδα και τόσα άλλα συναισθήματα, γενούν ήχους, παράγουν μυρωδιές, ανακαλούν τη γεύση από πικρές και γλυκές αναμνήσεις, αντανακλούν το φως μιας περασμένης εποχής αλλά και της αυθεντικότητας της προσπάθειας για επιβίωση και προκοπή έντιμων και εργατικών ανθρώπων. Αυτό συμβαίνει τόσο αβίαστα που το αναγνωστικό ταξίδι μοιάζει ολοζώντανο. Συντελούν επομένως ακριβώς αυτόν τον σκοπό και, για αυτόν το λόγο, η κάθε επιλογή συγκεκριμένου ρητορικού σχήματος λόγου αποτελεί οργανικό και αναπόσπαστο κομμάτι ενός συνολικού περίτεχνου λογοτεχνικού οικοδομήματος που αυτοαντανακλάται στη μοναδικότητά του μέσα από την ανάγνωσή του.

Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να παραθέσω μερικά σχετικά παραδείγματα:

(«Τα μάτια της Πολύμνιας γεμίζουν σύννεφα και όνειρα».

«Η σκούρα, λιγνή φιγούρα […] στο τέλος διαλύεται σαν καπνός».

«Το νέο χύθηκε […] και έφερε ρίγος στη ράχη των απλών ανθρώπων»

«Καθαρά κατώφλια, δάπεδο από ξεραμένη λάσπη στρωμένη με χοντρές σκούπες. μπουγάδες να ανεμίζουν, φλάμπουρα στην αττική λιακάδα και η μυρωδιά κυμίνου και κανέλας από τις φουφούδες που ήταν στημένες στις μικρές αυλές. Φωνακλάδικα κοπάδια τα παιδιά, τρεχοβολάνε στις κατηφόρες. Ματωμένα γόνατα, κουρεμένα κεφάλια, ισχνές γάμπες σκονισμένες, με τον χάρτη της Αφρικής και της Ασίας πάνω τους».

Με βάση τα παραπάνω, το συνολικό λογοτεχνικό ύφος της γραφής της συγγραφέως μπορεί να οριστεί ως επιμελώς λιτό και ανεπιτήδευτο, ενώ, παράλληλα, χαρακτηρίζεται από μια έντονη πλαστικότητα και γλαφυρότητα, χαρακτηριστικά που μαγεύουν τον αναγνώστη παρασύροντάς τον σε ένα γοητευτικό ταξίδι στον χρόνο. Ταυτόχρονα, τα χαρακτηριστικά αυτά φέρουν την ιδιαίτερη σφραγίδα, τη μοναδικότητα της ευγλωττίας, άρρηκτα συνδεδεμένης με τη φαντασία και το μεγάλο βιωματικό δυναμικό της ίδιας της συγγραφέως.

Μετά βεβαιότητας και ανεπιφύλακτα θα πρότεινα το βιβλίο της κ. Πολύμνιας Κοσσόρα.  Υπόσχεται μέσα από τη λογοτεχνικότητα της γλώσσας της ένα ολοζώντανο, πανέμορφο ταξίδι σε μιαν άλλη εποχή και, κυρίως, στο ταξίδι που λέγεται ανθρώπινη ζωή.

Θεωρώ ότι το μέλλον της επιφυλάσσει μια λαμπρή συνέχεια στον χώρο της μυθιστορηματικής λογοτεχνίας.


Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας

Dr Olaf Immanuel, Λέκτωρ του Ιονίου Πανεπιστημίου






Ακολουθήστε τον Άνεμο

  
      

Πνοή Ανέμου στην ελληνική ποίηση

Άνεμος Εκδοτική spot

Spot Χρήστος Φλουρής - «Σπίθα»

Spot Γιάννης Φιλιππίδης - «Λούσιfair, η βασίλισσα της Κυψέλης»

Spot Ελίνα Γαλανοπούλου - «Μια ζωή άντρες»

Spot Γιάννης Φιλιππίδης - «Κρατάς μυστικό;»