Page 5 - «28 αντίγραφα» - Θεόδωρος Πάλλας - Άνεμος Εκδοτική
P. 5


28 ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ

νιές, της σήκωσε τη φούστα, τι ήτανε αυτή, άμαθη, στα
δεκαεννιά, όσο κι η κόρη της τώρα, και την γέμισε μ’ αί-
ματα. Και μετά μπάλωναν στις σκοτεινιές τ’ αγκομαχητά
τους, κι ήρθαν απρόσμενα εμετοί και ζαλάδες. Έπεσε του
πεθαμού. Ολημερίς στην εκκλησιά γονυπετής, παρακλή-
σεις και τάματα, κι ο Θεός τής πήρε το παιδί, όπως σβή-
νεις μια μουτζούρα που σου ξέφυγε. Κι αυτή ορκίστηκε
πως δεν θα ξαναπάει παρά με τον άντρα της.
Με τον ήλιο έφυγε για τη δουλειά. Σκούντηξε με άχτι
τον Απόστολο να τον ξυπνήσει, είδε τη θυγατέρα της να
κοιμάται ξέσκεπη, η νυχτικιά ξεκούμπωτη φανέρωνε τα
στήθια της και το βρακί της φάνταζε, άναψε περισσότε-
ρο. «Αν υπάρχει Θεός, θα την κάψει να ησυχάσω», μουρ-
μούρισε.
Με την ηλεκτρική μάζευε τις τρίχες απ’ το πάτωμα.
«Γαμώ την κωλοδουλειά μου», φώναξε στον ανήλιο διά-
δρομο. Ο υπεύθυνος της συνέστησε να προσέξει ιδιαίτε-
ρα το 226. «Πρόκειται περί σοβαρού κυρίου».
«Γαμώ και τη σοβαρότητά σας», έσφιξε τις λέξεις
μέσα στα δόντια της. Καθάρισε δυο φορές τις σκάλες
και στους πέντε ορόφους. «Εγώ πεθαίνω κι η μορφονιά
κοιμάται», σκέφτηκε την κόρη της. «Άι σιχτίρ όλοι σας».
«Δύσκολα σήμερα», της είπε ο άντρας της και την
φούντωσε περισσότερο.
«Γραφιάς στον δήμο είσαι, πού την βρήκες τη δυσκο-
λία;» του φώναξε.
Όταν ο Απόστολος αποπειράθηκε, πριν παντρευ-
τούν, «αυτό είναι για μετά τον γάμο, χρυσέ μου», του είπε
μελωμένα, μην τον αποπάρει. Και την πρώτη φορά, τσι-
τωμένη στο κρεβάτι: «Θε μου, βόηθα μην καταλάβει».
Εκείνος ανέβηκε πάνω της μισοσουρωμένος και τέλειω-

13
   1   2   3   4   5   6   7   8   9   10