Page 10 - «Στα μούτρα σου!» - Μιχάλης Κατσιμπάρδης - Άνεμος Εκδοτική
P. 10

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΜΠΑΡΔΗΣ

           λεί, παίζοντας αδιάντροπα μπροστά στα μούτρα του. Θα
           μπορούσε να πάει στις φίλες της που την καλούσαν κάθε
           λίγο και λιγάκι ή να τις φωνάξει να έρθουν να παίξουν σχοι-
           νάκι ή κουτσό στην πίσω αυλή. Η ίδια είχε χαράξει τις γραμ-

           μές στο τσιμέντο με χρωματιστές κιμωλίες μόλις το περα-
           σμένο σαββατοκύριακο. Θα μπορούσε τουλάχιστον να τον
           περιμένει να τελειώσει τα μαθήματα του ώστε να μη ζηλεύει.
           Θα μπορούσε, τέλος πάντων, να τον νοιαστεί λιγάκι. Αλλά
           τέτοια ήταν αυτή κι ας ήταν μονάχα πέντε.




              Το βλέμμα του Γιωργή περιστρεφόταν τώρα ανάμεσα
           στην Αθηνά και τον πατέρα τους, τον κύριο Ιάκωβο, που
           διάβαζε ήρεμος την εφημερίδα με τα τοπικά νέα βυθισμένος
           στην αγαπημένη του κυπαρισσί art deco πολυθρόνα, μετά
           τον ελαφρύ υπνάκο που κατάφερε να ξεκλέψει πριν να επι-
           στρέψει και πάλι στο ραφείο. Αυτός ο πολύτιμος ύπνος δεν
           ήταν πάντα δεδομένος, επειδή υπήρχαν πολλοί λόγοι που
           μπορούσαν να του στερήσουν αυτήν τη χαρά. Όπως για πα-
           ράδειγμα, ο φόρτος δουλειάς που τον ανάγκαζε να πετάγε-
           ται στο σπίτι μόνο για φαγητό ή η γυναίκα του η Φανή, που
           λες και το ’κανε επίτηδες και συχνά πυκνά τού έβρισκε δου-
           λειές και μερεμέτια του σπιτιού, που δε χώραγαν αναβολή.
           Έτσι, στο τέλος ο μεσημεριανός ύπνος γινόταν όνειρο απα-
           τηλό για τον Ιάκωβο, που ευγνωμονούσε τον Πλάστη όταν
           μπορούσε να κλείσει τα μάτια του έστω για ένα μισαωρά-
           κι. Δε γύρευε τίποτα παραπάνω, μονάχα ένα μισάωρο, τόσο
           όσο να σβήσουν οι εικόνες του πραγματικού κόσμου και ν’
           φωτίσουν ενός ονείρου, ακόμα και στα πεταχτά.

                                      16
   5   6   7   8   9   10   11   12   13   14   15